Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Ο Μούσκος, Χρονογράφημα. 15 Δεκ. 1955. Εφ. «Ο Αγών»

Πάγωσε η καρδιά της επαναστατημένης πατρίδας στο άκουσμα της θυσίας του πρώτου αντάρτη. Ήταν, θυμάμαι ψυχρό Δεκεμβριανό σούρουπο Πέμπτης, δέκα μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 55, όταν το μαύρο άγγελμα λόγχισε την ψυχή. Κι η θλιβερή είδηση διαδόθηκε από στόμα σε στόμα στους δρόμους της βρετανοκρατούμενης πόλης.

Η νύχτα έφερε μαζί της καμπάνων νεκρικούς ήχους που έσχιζαν το δριμύ ψύχος. Κι ως ν’ αρχίσουν να μεγαλώνουν οι σκιές των ανθρώπων στις στράτες, η Χώρα πνιγόταν στο κλάμα της για το νεκρό ήρωα, που τ’ όνομά του κυκλοφορούσε στα σπίτια, στα καταστήματα, στα κέντρα, ηλεκτρίζοντας το λαό:

Χαράλαμπος Μούσκος, Χαράλαμπος Μούσκος!…
Η Λευκωσία γνώριζε το παλληκάρι. Ανιψιός του Αρχιεπισκόπου, από τα πρώτα στελέχη της πρώτης νύχτας της ΕΟΚΑ, χτύπησε στην Αρχιγραμματεία με βόμβες. Οι Άγγλοι τον αναζήτησαν.
Έχω μπροστά μου την εγγλέζικη «Εφημερίδα της Αστυνομίας», της 19ης Αυγούστου 1055. Η φωτογραφία του νέου με ελαφρά κλίση του κεφαλιού στ’ αριστερά και δίπλα τα χαρακτηριστικά:
«Χαράλαμπος Μούσκος, από την Παναγιά, κάτοικος Λευκωσίας, 23 χρόνων, ύψος 5.8΄΄, μαύρα σγουρά μαλλιά, λεπτό μουστάκι, καφετιά μάτια»…

Ο Χαράλαμπος Μούσκος πέθανε στον τόπο της μάχης. Και με τα κροταλίσματα του αυτομάτου απλώθηκε στη σολιάτικη ερημιά το τραγούδι της αγάπης για μια νέα που έμεινε άγνωστη:
«Δυο αγάπες στην καρδιά μου έχω κλείσει/ η πατρίδα είναι η μια κι η άλλη εσύ./ Δυο αγάπες που με έχουνε μεθύσει/ με της δόξας και του πόθου το κρασί./ Τώρα όμως που η πατρίδα με γυρεύει/ και στον πόλεμο η φωνή της με καλεί,/ η αγάπη μου για κείνην περισσεύει/ και σ’ αφήνω γεια, μ’ ένα φιλί».

Ο νεκρός μεταφέρθηκε στη Λευκωσία. Απ’ όπου περνούσε η σορός, ο λαός γονάτιζε στα κράσπεδα των δρόμων και φώναζε την Ένωση με την Ελλάδα ν’ αναδυθεί από τον ωκεανό του πόθου.
Η νεκρώσιμη ακολουθία τελέστηκε στη Φανερωμένη. Κι ύστερα σηκώσαμε το φέρετρο, σκεπασμένο με τη γαλανόλευκη και κατευθυνθήκαμε στην Πλατεία Μεταξά. Οι Εγγλέζοι είχαν παραταχθεί με ασπίδες, κράνη, ρόπαλα και μας περίμεναν. Άρχισαν να βάλλουν με δακρυγόνα. Μια βόμβα έπεσε στη δάφνη που στεφάνωνε τον ήρωα. Πυροβολούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Λοξοδρομήσαμε για το νεκροταφείο. Μέρα μουντή, βροχερή, ο ουρανός έκλαιγε.

Η πικραμένη πατρίδα κατευόδωσε το παλληκάρι με το θρήνο ενός χαροκαμένου λαού που δάκρυζε κι έψαλλε μυριόστομο τον Εθνικό μας Ύμνο. Κι ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, από τα βουνά της Πάφου σύνθετε τον ύστατο χαιρετισμό στο συναγωνιστή:

«ένας ήρως πέθανε/ μην τον κλαίτε φίλοι/ πέθανε ένα βροχερό /του χειμώνα δείλι./ Η ψυχή του γίνηκε/ ίσως ένα αστέρι/την πανώρια λευτεριά/ πήγε να μας φέρει.

Τι καιροί ήταν εκείνοι Θεέ μου. Είχαμε ιδανικά. Καθαρούς σκοπούς. Ο άνθρωπος ήξερε πώς ν’ αγωνίζεται για να μείνει αθάνατος!…

Το πιο πάνω κείμενο είναι αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα:http://www.giannisspanos.com


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου