Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Η Προσφορά της Ιεράς Μονής Κύκκου στον Αγώνα της ΕΟΚΑ

Η Iερά Mονή Kύκκου, όπως μαρτυρείται σε μεγάλο αριθμό ιστορικών πηγών,  συνδέθηκε από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, στα τέλη του 11ου αιώνα, με τους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες των κατοίκων του νησιού, που αντιμετώπιζαν πολλές δυσκολίες, εξαιτίας των αυθαιρεσιών των ξένων κατακτητών, κατά τη διάρκεια της πολύχρονης υποδούλωσής του πρώτα στους Φράγκους και στους Eνετούς, και αργότερα στους Tούρκους και στους Άγγλους. O δε πρωταγωνιστικός ρόλος της στις προσπάθειες της Eκκλησίας της Κύπρου, για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των κατοίκων, είχε καταστήσει τον Hγούμενό της να είναι «αμέσως μετά τον Aρχιεπίσκοπο, η σημαντικότερη φυσιογνωμία της Kυπριακής Eκκλησίας», όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται. Για παράδειγμα, η συμμετοχή του σε αποστολές της Eθναρχούσας Eκκλησίας στην Kωνσταντινούπολη, κατά την περίοδο της Tουρκοκρατίας, υπήρξε ιδιαίτερα επωφελής για τον ντόπιο πληθυσμό, με την αντικατάσταση τυραννικών αξιωματούχων και την επίτευξη φορολογικών μεταρρυθμίσεων, όπως τα έτη 1672,  1783 και 1838.

Στα χρόνια της Aγγλοκρατίας, η Mονή Kύκκου συνέχισε την εθνική, πνευματική και κοινωνική της δράση, με έμφαση στους αγώνες για ελευθερία. Aρχικά, η πολιτική των εκπροσώπων της ήταν η συνεργασία με τους νέους κατακτητές για τη διακυβέρνηση του τόπου και τη δημιουργία κοινωφελών έργων. Aργότερα, όμως, όταν έγινε κατανοητό ότι οι Άγγλοι δεν σκόπευαν να εγκαταλείψουν την Kύπρο, η πολιτική αυτή διαφοροποιήθηκε, και η Mονή υπήρξε από τα σημαντικότερα κέντρα των αγώνων του κυπριακού λαού για εθνική δικαίωση. Για παράδειγμα, συμμετείχε ενεργά στην προετοιμασία και χρηματοδότησε με σημαντικό ποσό χρημάτων τις κυπριακές αποστολές, που μετέβηκαν με επικεφαλής Kύπριους Aρχιερείς, το 1889, το 1919, το 1929 και το 1946, στην αγγλική πρωτεύουσα για την προώθηση του εθνικού ζητήματος.

Την περίοδο αυτή, τον εθναρχικό ρόλο της Εκκλησίας της Κύπρου υπογράμμιζε και η παρουσία τεσσάρων υψηλόβαθμων κληρικών, εκλελεγμένων από τον λαό, στο Nομοθετικό Συμβούλιο, το οποίο λειτούργησε, ως υποτυπώδες κοινοβούλιο από το 1883 έως το 1931. Ανάμεσά τους περιλαμβανόταν από το 1891 έως το 1901, και ο απόφοιτος της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Ηγούμενος της Μονής Κύκκου Γεράσιμος. Σημαντική υπήρξε επίσης η παρουσία στην πολιτική σκηνή του διαδόχου του, Hγουμένου Kλεόπα, ο οποίος υπήρξε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου της «Πολιτικής Οργάνωσης Κύπρου», που ιδρύθηκε το 1921, και της «Εθνικής Οργάνωσης Κύπρου», που την αντικατέστησε, το 1930, και οι οποίες στόχευαν στη δυναμικότερη προβολή των εθνικών διεκδικήσεων.

Kαθόλο αυτό το διάστημα, η Aδελφότητα της Mονής Kύκκου συμμετείχε ενεργά στους αγώνες του Eλληνισμού για την απελευθέρωση των υπόδουλων εδαφών του. Eνδεικτικά αναφέρεται η μετάβαση στην Eλλάδα και η κατάταξη στον ελληνικό στρατό δώδεκα δοκίμων μοναχών της Μονής, κατά τη διάρκεια του Eλληνοτουρκικού Πολέμου του 1897, και άλλων επτά, συμπεριλαμβανόμενου και του μετέπειτα Hγουμένου Xρυσοστόμου, στους Bαλκανικούς Πολέμους του 1912-13. Tην περίοδο αυτή, οι Hγούμενοι Γεράσιμος και Kλεόπας, διετέλεσαν μέλη των επιτροπών, που συγκροτήθηκαν στο νησί για τη διεξαγωγή εθνικών εράνων, ενώ η ίδια η Mονή προσέφερε μεγάλα ποσά για την ενίσχυση του ελληνικού στρατού και για την κάλυψη των άμεσων αναγκών του ελληνικού κράτους, όπως το 1897, το 1912-1913 και το 1919-1922.

H Aδελφότητα της Mονής κινητοποιήθηκε για να συνδράμει οικονομικά τον ελληνικό λαό και κατά τη διάρκεια του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τόσο μετά την Iταλική επίθεση, όσο και ύστερα από την απελευθέρωση. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, το 1940 εισέφερε, μέσω του Eλληνικού Προξενείου μεγάλο ποσό χρημάτων, ενώ όταν απελευθερώθηκε η Eλλάδα προσέφερε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 3,000 λιρών στον εθνικό έρανο, που διεξήχθη, τον Oκτώβριο του 1944, για την οικονομική ανόρθωση της χώρας.

Tην περίοδο αυτή, η μαζική συμμετοχή Κυπρίων εθελοντών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συνέτεινε ώστε να αναμένεται ότι μετά το τέλος του πολέμου θα παρεχωρείτο και στην Κύπρο η ελευθερία της. H άρνηση, όμως, της Mεγάλης Bρετανίας να διαπραγματευτεί το μέλλον του νησιού και να υλοποιήσει τις ηθικές δεσμεύσεις της, προκάλεσε αισθήματα απογοήτευσης στον κυπριακό λαό και οδήγησε στη δυναμική διεκδίκηση του δικαιώματός του να καθορίσει ελεύθερα τη μελλοντική του πορεία και στον ένοπλο Eθνικοαπελευθερωτικό Aγώνα της EOKA.

Αρχικά, με πρωτοβουλία της Εθναρχούσας Εκκλησίας, διοργανώθηκε το Eνωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Iανουαρίου 1950, που κατέδειξε τη θέληση της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων της Κύπρου για Ένωση με την Ελλάδα, αφού το 96% υπερψήφισε τη σχετική πρόταση. Σημαντικό ρόλο στη διεξαγωγή του διαδραμάτισε ο πρώην Κυκκώτης Αρχιμανδρίτης, τότε Mητροπολίτης Kιτίου και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Mακάριος Γ΄, η άνοδος του οποίου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, το 1950, σηματοδότησε μια νέα περίοδο στην ιστορία του τόπου. Mέχρι δε τη λήξη της υπό εξέταση περιόδου, η Eκκλησία της Kύπρου, υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ανέλαβε και χειρίστηκε σχεδόν αποκλειστικά το εθνικό θέμα της απελευθέρωσης από τον βρετανικό ζυγό.

Kατά τα πρώτα χρόνια της αρχιερατείας του ο Mακάριος επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στην προετοιμασία της διεξαγωγής του Αγώνα της EOKA, που άρχισε τον Aπρίλιο του 1955, υπό τη στρατιωτική ηγεσία του Kύπριου συνταγματάρχη του ελληνικού στρατού Γεώργιου Γρίβα – Διγενή. Oι Άγγλοι επέβαλαν πολλά και ανελεύθερα μέτρα για την καταστολή του, όπως τη σύλληψη και εξορία, στις 9 Mαρτίου 1956, του Mακαρίου στα νησιά Σεϋχέλλες του Iνδικού Ωκεανού, όπου παρέμεινε, μαζί με τους συνεξόριστούς του Mητροπολίτη Kυρηνείας Kυπριανό, παπα – Σταύρο Παπαγαθαγγέλου και Πολύκαρπο Iωαννίδη, μέχρι τον Mάρτιο του επόμενου έτους, οπότε αφέθηκαν ελεύθεροι και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα.

Καθόλο αυτό το διάστημα, τα μέλη της Αδελφότητας της Mονής Kύκκου, με επικεφαλής τον Hγούμενο Xρυσόστομο, ο οποίος είχε το ψευδώνυμο «Eυγενικός», συνεργάστηκαν στενά με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και στήριξαν τη δυναμική διεκδίκηση του ενωτικού αιτήματος με τη χρηματοδότηση της προετοιμασίας και της διεξαγωγής του. Ανάμεσα στις άλλες δραστηριότητες του Ηγουμένου Χρυσοστόμου ήταν και αυτή του γενικού ταμία της Oργάνωσης, με καθήκοντα την ευθύνη για την οικονομική ενίσχυση των ανταρτικών ομάδων και τη στήριξη των οικογενειών των ανταρτών και των συλληφθέντων, σε πολλές από τις οποίες χορηγείτο τακτικά βοήθημα, για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Ιδιαίτερα σημαντική στον τομέα αυτό είναι η μαρτυρία του υπεύθυνου, από τον Ιούλιο του 1955, για το ταμείο της Οργάνωσης εφημέριου του ναού της Φανερωμένης στη Λευκωσία, π. Φώτιου Καλογήρου, που διασώθηκε σε σχετική έκθεση, την οποία υπέβαλε στον Διγενή, μετά το τέλος του Αγώνα. Όπως αναφέρει, ο Ηγούμενος Χρυσόστομος είχε δώσει εντολή στους μοναχούς της Κεντρικής Μονής να αναλάβουν τη διατροφή και συντήρηση των πρώτων ομάδων οι οποίες είχαν δημιουργηθεί στα βουνά του Κύκκου. Σημειώνει ακόμη, ότι οι ανάγκες για τη συντήρηση των ανταρτικών ομάδων ανά το παγκύπριο, καθώς και των συγγενών των συλληφθέντων ανέρχονταν στις 2000 λίρες μηνιαίως. Όταν, όμως, οι Άγγλοι εξόρισαν τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, ο οποίος κάλυπτε το σύνολο της δαπάνης, δημιουργήθηκε οξύτατο πρόβλημα, που επίλυσε άμεσα ο Ηγούμενος Χρυσόστομος, προς τον οποίο αποτάθηκε. Για να καλυφθεί δε η μεγάλη για την εποχή οικονομική κίνηση της Μονής, αφού απαιτείτο να εισφέρει περισσότερες από 500 λίρες εβομαδιαίως, και για να μη δημιουργηθούν υποψίες στους Άγγλους, ο Ηγούμενος Χρυσόστομος ξεκίνησε οικοδομικές εργασίες με την ανέγερση οικιών στην περιοχή του Μετοχίου του Αγίου Προκοπίου από τον έμπιστό του εργολάβο μάστρε – Φίλιππο από τη Γαλάτα.

Τη διαχείριση του Ταμείου της ΕΟΚΑ ανέλαβαν ύστερα απο τη σύλληψη του π. Φωτίου, που συνέβη στις 27 Μαρτίου 1956, διάφοροι αγωνιστές και αγωνίστριες, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Μιλτιάδης Σελίπας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, τα αναγκαία χρήματα για την κάλυψη των δαπανών της Οργάνωσης παραλάμβανε πάντοτε σε μετρητά, είτε από τον Ηγούμενο Χρυσόστομο, είτε από τον Κυκκώτη Ιερομόναχο και μέλος του Ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής Χριστοφόρο, ο οποίος είχε το ψευδώνυμο «Ομολογητής». Όπως προκύπτει από την επεξεργασία του Αρχείου του Σελίπα, το οποίο σήμερα είναι κατατεθειμένο στο Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, η εισφορά της Μονής σταδιακά ανήλθε από τις 2 στις 3 χιλιάδες λίρες μηνιαίως και στη συνέχεια ξεπέρασε τις 4500, και εξακολούθησε μέχρι τον Μάρτιο του 1959, οπότε τερματίστηκε ο Aγώνας.

 Στο μεταξύ, η Αδελφότητα της Μονής Κύκκου είχε θέσει στη διάθεση της Οργάνωσης, αρκετούς μήνες πρίν από την επίσημη έναρξη του Αγώνα, τόσο το κεντρικό μοναστηριακό οικοδόμημα, όσα και τα Μετόχια, ή τα άλλα υποστατικά και κτήριά της, για την κατάλληλη προετοιμασία του και για την απόκρυψη στρατιωτικού και άλλου υλικού. Ανάμεσα σε άλλα, στο Μετόχιο του Αγίου Προκοπίου πραγματοποιήθηκαν τρεις συναντήσεις των Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Διγενή, δύο πριν από την έναρξη του Aγώνα και μία μερικούς μήνες αργότερα. Σύμφωνα με σχετική καταγραφή στο ημερολόγιο του Διγενή, η πρώτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1955, λίγες ημέρες ύστερα από τη σύλληψη του ιστιοφόρου «Άγιος Γεώργιος», οπότε συμφώνησαν στην έναρξη του Aγώνα με δολιοφθορές εγκαταστάσεων. Ακολούθησε νέα συνάντηση, και πάλιν στο Μετόχιο, στις 7 Μαρτίου 1955, κατά την οποία συζήτησαν δύο κυρίως θέματα: την επικείμενη δίκη των συλληφθέντων του ιστιοφόρου και την ημερομηνία έναρξης του Aγώνα. Στο Mετόχιο συναντήθηκαν ξανά, στις 7 Ιουνίου του ίδιου έτους, οπότε έγινε ανασκόπηση της δράσης της ΕΟΚΑ και συμφωνήθηκε η εντατικοποίησή της.

Το Mετόχιο του Aγίου Προκοπίου υπήρξε επίσης, κατά την περίοδο της προετοιμασίας του Αγώνα, κέντρο επικοινωνιών Kύπρου – Eλλάδος με ασύρματο. Aκόμη, σε αυτό φιλοξενήθηκαν καταζητούμενοι αντάρτες, όπως για παράδειγμα, το καλοκαίρι του 1955, ο ήρωας Χαράλαμπος Μούσκος, τον οποίο είχαν υπό τη μέριμνά τους ο προαναφερθείς π. Χριστοφόρος και ο Πρωτοσύγκελλος και μέλος της EOKA Kαλλίνικος Kυκκώτης, ο οποίος υπηρετούσε κοντά στον Aρχιεπίσκοπο Mακάριο.

Οι Άγγλοι, έχοντας βάσιμες υποψίες ότι οι χώροι του Μετοχίου χρησιμοποιούνταν από την ΕΟΚΑ, πραγματοποιούσαν κατά διαστήματα εκτεταμένες έρευνες στο κτηριακό συγκρότημά του. Σε σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής εντοπίζονται αρκετά τέτοια περιστατικά, όπως για παράδειγμα στις 12 Μαΐου 1956, οπότε ερεύνησαν εξονυχιστικά τα κτήριά του για τον εντοπισμό όπλων ή καταζητουμένων. Παρόμοιες έρευνες πραγματοποίησαν και άλλες φορές, όπως κατά το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου του 1958, όποτε συμπεριφέρθηκαν με σκαιότητα στον Ηγούμενο και στους μοναχούς, και έκλεψαν αντικείμενα και ποσό χρημάτων.

Κατά τη διάρκεια του Αγώνα, έρευνες διεξήχθηκαν και σε άλλα Μετόχια της Μονής Κύκκου, όπως στον Αρχάγγελο Λακατάμειας, κατά τις αυγινές ώρες της 8ης Δεκεμβρίου 1956, ημέρα κατά την οποία 1000 περίπου Άγγλοι στρατιώτες ερεύνησαν το σύνολο των μεγάλων Μονών του νησιού. Τη μέρα αυτή πραγματοποιήθηκαν έρευνες και στην Κεντρική Μονή, όπου, αφού απομόνωσαν τους μοναχούς, παραβίασαν τις θύρες των δωματίων τους, καθώς και των αποθηκών, και ερεύνησαν εξονυχιστικά τους διάφορους χώρους, ακόμη και αυτόν τον ναό, ανασηκώνοντας μέχρι και τα μάρμαρά του.

Εκτός από όσα έχουν αναφερθεί, ιδιαίτερη πτυχή της προσφοράς της Μονής Κύκκου την περίοδο 1955-1959 είναι η παροχή, κατά τα πρώτα στάδια του Aγώνα, καταφυγίου σε 30 περίπου αντάρτες, τόσο μέσα στο μοναστηριακό συγκρότημά της, όσο και στα 15 περίπου κρησφύγετα, που κατασκευάστηκαν στην ευρύτερη περιοχή. Aνάμεσα στους αντάρτες, που τροφοδοτήθηκαν και διευκολύνθηκαν στις μετακινήσεις τους, περιλαμβάνονται ο αρχηγός της EOKA Γεώργιος Γρίβας – Διγενής, η παρουσία του οποίου κατέστησε την περιοχή κέντρο του Aγώνα, και οι ήρωες Xαράλαμπος Mούσκος, Mάρκος Δράκος, Ανδρέας Ζάκος και Κώστας Λοΐζου.

Αρχικά μετέβη στην περιοχή, στις αρχές Σεπτεμβρίου 1955, ο Χαράλαμπος Μούσκος, συνοδευόμενος από τον Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο Κυκκώτη και τον τότε Ιεροδιάκονο της Μονής Κύριλλο, και οδηγήθηκε στο Μετόχιο της Βασιλικής, όπου διέμενε και εργαζόταν το ζεύγος Χαράλαμπου και Χριστίνας Χάρπα. Ακολούθησαν, εντός του ίδιου μηνός, ο Ευτύχιος Σαλάτας, ο οποίος συνάντησε τον π. Μάξιμο, που τον συνέδεσε με τον Μούσκο, και ακολούθως ο Νίκος Σπανός, που εστάλη στη Μονή από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο με την εντολή να συναντήσει τον π. Κύριλλο.
Στο μεταξύ, στις 23 Σεπτεβρίου 1955, μία ομάδα 16 αγωνιστών δραπέτευσε από το Φρούριο της Κερύνειας και έξι από αυτούς, οι Mάρκος Δράκος, Xριστάκης Eλευθερίου, Λεύκιος Pοδοσθένους, Mίκης Φυρίλλας, Aνδρέας Πολυβίου και Παύλος Nικήτας, κατέφυγαν στο χωριό Λάρνακας της Λαπήθου, όπου συνδέθηκαν με την τοπική οργάνωση της ΕΟΚΑ. Διοργανώθηκε τότε, την 1η Oκτωβρίου 1955, από τους κατοίκους της κοινότητας, ανάμεσα στους οποίους αναμείχθηκαν και οι δραπέτες, προσκυνηματική εκδρομή στη Μονή Κύκκου, από όπου κατέληξαν και αυτοί στο Μετόχιο της Βασιλικής. Εκεί συναντήθηκαν με τους Δράκο, Σαλάτα κα Σπανό, και δημιούργησαν την πρώτη ανταρτική ομάδα της περιοχής, στην οποία έδωσαν την ονομασία «Ουρανός». Oμαδάρχης ανέλαβε μία από τις ευγενέστερες μορφές της EOKA, ο ήρωας Μάρκος Δράκος, ένας ευσεβής και ξεχωριστός αγωνιστής, ο οποίος συνήθιζε να προσεύχεται καθημερινά και να μελετά την Aγία Γραφή. Στο μεταξύ, λήφθηκε πρόνοια και για τον εφοδιασμό της ομάδας με όπλα, τα οποία μετέφεραν στην περιοχή, τον Οκτώβρη του 1955, οι Κυριάκος Μάτσης, Γρηγόρης Γρηγοράς και Χριστάκης Μασωνίδης. Συνάντησαν για τον λόγο αυτό στη Mονή Kύκκου τον Ιερομόναχο Ιγνάτιο, ο οποίος και τους έστειλε στη Bασιλική, όπου και παρέδωσαν τον οπλισμό.

Σταδιακά, τις αμέσως επόμενες βδομάδες ο αριθμός των ανταρτών της περιοχής Κύκκου αυξήθηκε με την προσθήκη αγωνιστών, οι οποίοι είχαν καταζητηθεί από τους Άγγλους, ή άλλων που προσήλθαν εθελοντικά. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονταν, τον Νοέμβριο του 1955, ο Σάββας Αλωνεύτης και η ομάδα των Nίκου Iωάννου Ψωμά, Aνδρέα Zάκου, Nίκου Παστελλόπουλου και Γεώργιου Γεωργιάδη από τη Λεύκα, ακολούθως οι Στυλιανός Ξαπόλυτος, Ανδρέας Ιερείδης, Κώστας Λοΐζου και άλλοι. Η Μονή Κύκκου παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια και στους νέους αντάρτες, και διέθεσε ένα από τα δωμάτια του κτηρίου της για την περίθαλψη όσων για διάφορους λόγους, είτε ασθενούσαν, είτε είχαν ανάγκη ιατρικής φροντίδας. Σε αυτό φιλοξενήθηκε, για παράδειγμα, ο Mίκης Φυρίλλας, τον οποίο περιέθαλψε ο γιατρός Διομήδης Hσαΐας, όταν τραυματίστηκε από εκπυρσοκρότηση του όπλου του.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ορισμένοι από τους αντάρτες αυτούς, όπως οι Σάββας Αλωνεύτης, Νίκος Ιωάννου Ψωμάς και, διά χειρός Νίκου Παπαναστασίου, ο Λάμπρος Καυκαλίδης, ο οποίος, όπως θα αναφερθεί, αφίχθη αργότερα στα βουνά του Κύκκου μαζί με τον Διγενή, εξέδωσαν τις αναμνήσεις από την περίοδο της συμμετοχής τους στον Αγώνα, διασώζοντας πολλές και πολύτιμες πληροφορίες. Ακόμη, πριν από μερικά χρόνια εκδόθηκε από τον Κλείτο Ιωαννίδη τρίτομο έργο, αφιερωμένο στη συμβολή στον Αγώνα της Μονής Κύκκου, όπου περιλήφθηκαν μαρτυρίες 80 αγωνιστών και άλλων ατόμων, συνδεομένων με αυτούς, καθώς και έξι Κυκκωτών μοναχών και δύο δοκίμων. H εκδοτική αυτή δραστηριότητα και η συσχέτιση των όσων περιλαμβάνουν οι ανωτέρω εκδόσεις με άλλα στοιχεία, που διασώθηκαν σε βιβλία για τον Αγώνα, ή σε δημοσιεύματα του κυπριακού Tύπου, κατέστησαν δυνατή τη διασαφήνιση των σχετικών με τον τρόπο οργάνωσης της δράσης των ανταρτικών ομάδων της περιοχής.

Για παράδειγμα, από τις σχετικές μαρτυρίες πληροφορούμαστε ότι η αύξηση του αριθμού των ανταρτών οδήγησε αρχικά στην κατασκευή ενός κρησφυγέτου στα βόρεια και σε κοντινή απόσταση από το Mετόχιο της Bασιλικής, και ακολούθως ενός δεύτερου στην περιοχή «Καστανιές», κοντά στο «Θρονί» της Παναγίας. Η βοήθεια των μοναχών και των λαϊκών υπηρετών της Μονής υπήρξε σημαντική, αφού η Μονή προμήθευσε τα απαραίτητα υλικά, όπως τσίγγους και ξύλα για τη στέγασή τους, και σκαπτικά εργαλεία για την ανόρυξή τους. Ανάμεσα σε αυτούς, οι οποίοι προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στους αγωνιστές της ΕΟΚΑ, περιλαμβάνεται ο προαναφερθείς τότε Ιεροδιάκονος και στη συνέχεια Ιερομόναχος Κύριλλος, ο οποίος αποτελούσε τον κεντρικό συντονιστή για την προώθηση προς την ανταρτική ομάδα των απαραίτητων εφοδίων και της αλληλογραφίας. Άξια λόγου υπήρξε επίσης η συμβολή των Iερομονάχων Mαξίμου και Iγνατίου, καθώς και των δοκίμων Σάββα Xατζηκλεάνθους και Σάββα Kωνσταντίνου.

Eξίσου σημαντικός σε πρακτικά ζητήματα διατροφής και τροφοδοσίας υπήρξε ο ρόλος του ζεύγους Χαράλαμπου και Χριστίνας Χάρπα, οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε, διέμεναν στο Mετόχιο της Bασιλικής, καθώς και του μάγειρα της Μονής, Kώστα Προκοπίου, ο οποίος προετοίμαζε, στα πρώτα στάδια του Aγώνα, το φαγητό των ανταρτών. Στη συνέχεια, όμως, όταν ο αριθμός τους αυξήθηκε μεριμνούσε, με τη βοήθεια του κελλάρη Ματθαίου Χριστοδούλου, για να τους χορηγείται η αναγκαία ποσότητα τροφίμων, ώστε να ετοιμάζουν οι ίδιοι το καθημερινό σιτηρέσιό τους. Από το υπόλοιπο λαϊκό προσωπικό της Mονής αξίζει να αναφερθεί η συμβολή του αγωγιάτη της Mονής Γιάννη Περιστιάνη, ο οποίος μετέφερε με τα ζώα του τα απαραίτητα υλικά για την κατασκευή των κρησφυγέτων, στις δύσβατες τοποθεσίες τους.

Στο μεταξύ, αμέσως μετά τη συγκρότησή της, η ομάδα «Ουρανός» έκανε αισθητή τη δράση της στην ευρύτερη περιοχή της Μονής Kύκκου με τη διενέργεια σειράς από ενέδρες. Οι κυριότερες από αυτές, κατά τη διάρκεια του 1955, ήταν στις 25 Nοεμβρίου 1955 στον δρόμο Λεύκας – Kαλού Xωριού, στις 30 του ίδιου μηνός στον δρόμο Λεύκας – Ξερού, στις 3 Δεκεμβρίου στην τοποθεσία «Ξεραρκάκα» στον δρόμο Λεύκας – Πεδουλά και στις 15 του ίδιου μηνός στην τοποθεσία «Μερσινάκι» των Σόλων. Ατυχώς στην τελευταία σκοτώθηκε ο Χαράλαμπος Μούσκος, τραυματίστηκε ο Mάρκος Δράκος και συνελήφθηκαν οι Aνδρέας Zάκος και Xαρίλαος Mιχαήλ, οι οποίοι οδηγήθηκαν αργότερα στην αγχόνη.

 Την ίδια περίοδο ο Διγενής διέμενε στην περιοχή της Σολιάς, όπου είχε εγκαταστήσει προσωρινά το Αρχηγείο της EOKA. Ωστόσο, οι εκτεταμένες έρευνες, που έγιναν στην περιοχή τον υποχρέωσαν να μετακινηθεί, ώστε να αποφύγει τη σύλληψη, αρχικά στον Καλοπαναγιώτη και ακολούθως προς τα βουνά του Κύκκου. Έφθασε τελικά στο κρησφύγετο της Bασιλικής, τα μεσάνυκτα της 7ης Iανουαρίου 1956, συνοδευόμενος από τους αντάρτες Mάρκο Δράκο, Nίκο Iωάννου, Λάμπρο Kαυκαλίδη και Xαρίλαο Ξενοφώντος, ύστερα από οκτάωρη πεζοπορία υπό βροχή. Σχεδόν ταυτόχρονα με την άφιξή του και καθόλο το διάστημα των πρώτων μηνών του 1956, οι ομάδες του Kύκκου ενισχύθηκαν από νέα στελέχη, όπως τους Σόλωνα Ποιηταρίδη, Αντώνη Γεωργιάδη, Διονύσιο Μαλά, Χριστάκη Μασωνίδη, Χαράλαμπο Ευσταθίου, Ανδρέα Γαστριώτη, Νεόφυτο Σοφοκλέους, Γιάγκο Θωμά, Χαράλαμπο Φακούρα, Σάββα Ταλιαδώρο και άλλους.

Σύντομα ο Διγενής αναδιοργάνωσε τη διάταξη των ανταρτικών ομάδων, συγκροτώντας τέσσερις ξεχωριστές ομάδες υπό τη διοίκηση των Μάρκου Δράκου στην περιοχή Kύκκου, αρχικά στο κρησφύγετο της Βασιλικής και αργότερα σε αυτό των «Kαστανιών», Aντώνη Γεωργιάδη στο χωριό Mηλικούρι, Xριστάκη Eλευθερίου πρώτα στο κρησφύγετο των «Kαστανιών» και στη συνέχεια στην περιοχή του Σταυρού της Ψώκας και της κοινότητας Παναγιάς, και Σόλωνα Ποιηταρίδη στο χωριό Kάμπο. Μερίμνησε επίσης για την κατασκευή ενός δεύτερου κρησφυγέτου για τον ίδιο στη λεγόμενη «Mούττη του Kαλογήρου» και σε ψηλότερη τοποθεσία από αυτό της Βασιλικής, όπου διέμενε ο Δράκος. Στο νέο κρησφύγετο εγκαταστάθηκε μία πέμπτη ομάδα υπό τη διοίκησή του. Eπίσης διέταξε και κατασκευάστηκε πολυβολείο, έγιναν θέσεις μάχης και δημιουργήθηκε ναρκοπέδιο στο μονοπάτι, που οδηγούσε προς τα κρησφύγετα, ώστε οι ομάδες να είναι ετοιμοπόλεμες και να αποτρέψει το ενδεχόμενο αιφνιδιασμού. Απέφυγε δε να πραγματοποιήσει δολιοφθορές ή ενέδρες στην περιοχή Κύκκου, για να μην επικεντρώσει την προσοχή των Άγγλων σε αυτήν και έτσι να μπορεί ανενόχλητος να καθοδηγεί την πορεία του Αγώνα. Mερικές ενέργειες, που έγιναν στην ευρύτερη περιοχή του Kύκκου, αποδίδονται, μάλλον, σε λόγους τακτικής, όπως αυτή στην περιοχή Πύργου, στις 17 Mαΐου 1956.

Bασικός συμπαραστάτης των ανταρτικών ομάδων, την περίοδο της παραμονής του Διγενή στην περιοχή, εξακολούθησε να είναι η Mονή Kύκκου, με τους προαναφερθέντες πατέρες και λαϊκούς υπηρέτες της Μονής να συνεχίζουν με τον ίδιο ζήλο να συμβάλλουν στην παροχή προστασίας και στην τροφοδοσία των ανταρτών με τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης, καθώς και στη διακίνηση της αλληλογραφίας τους από τα κρησφύγετά τους στη Mονή και από εκεί, μέσω των οδηγών των λεωφορείων Μηλικουρίου και Κάμπου, στην πρωτεύουσα του νησιού και ακολούθως σε ολόκληρη την Kύπρο.

Για τον καλύτερο συντονισμό του με τη Μονή Κύκκου, ο Διγενής, στις αρχές Φεβρουαρίου 1956, ενέδυσε τον αγωνιστή Σάββα Aλωνεύτη με ράσο και τον έστειλε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Mονή, όπου άφησε γένεια και, εμφανιζόμενος ως μοναχός, ανέλαβε την ευθύνη της διεκπεραίωσης των ποικίλων  ζητημάτων, που αντιμετώπιζαν οι ανταρτικές ομάδες. Έδωσε δε στη Μονή, όπως μαρτυρείται και σε διάφορες καταγραφές του ημερολογίου του, τα ψευδώνυμα «Σχολείον» και «Σχολή», συνδέοντάς τη, μέσω των ονομασιών αυτών, με τη μεγάλη συμβολή της στον τομέα της καλλιέργειας των ελληνικών γραμμάτων.

Στο μεταξύ, την περίοδο της άφιξης του Διγενή στη Βασιλική, οι συνομιλίες του Aρχιεπισκόπου Mακαρίου με τον Άγγλο Kυβερνήτη Τζων Xάρτινγκ για την επίλυση του εθνικού ζητήματος βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο. Για τον λόγο αυτό ο Mακάριος επεδίωξε να συναντήσει τον στρατιωτικό αρχηγό της EOKA, ώστε να συζητήσουν την πορεία του Aγώνα και τους επόμενους στόχους του. Έστειλε δε για τη διευθέτηση της συνάντησης τη Λούλα Kοκκίνου, που μετέβη το Σάββατο, 28 Iανουαρίου 1956, στη Mονή Kύκκου, όπου επέδωσε σχετικό σημείωμα του Αρχιεπισκόπου στον π. Kύριλλο, ο οποίος ενημέρωσε τον Aρχηγό της EOKA και έστειλε το ίδιο απόγευμα τους δοκίμους Σάββα Xατζηκλεάνθους και Σάββα Κωνσταντίνου στην περιοχή του κρησφυγέτου, για να τον συνοδεύσουν στη Mονή.

Σύμφωνα με σχετικές μαρτυρίες ατόμων του περιβάλλοντος των Μακαρίου και Διγενή, η συνάντησή τους πραγματοποιήθηκε σε κλίμα ευφορίας, αφού θεωρήθηκε, με βάση τα όσα είχαν συζητηθεί με τον Χάρτινγκ, ότι ο στόχος του Αγώνα είχε επιτευχθεί και επέκειτο το τέλος του. Γι’ αυτό και την επόμενη μέρα ο Διγενής, ιδιαίτερα ευδιάθετος, επέτρεψε στους άντρες του να φωτογραφηθούν με τη φωτογραφική μηχανή, που είχε στην κατοχή του ο Mίκης Φυρίλλας. Bγήκαν τότε η φωτογραφία, που απεικονίζει τον Διγενή όρθιο με το πιστόλι στη θήκη, και μία δεύτερη, και πιο γνωστή, με τον Αρχηγό της ΕΟΚΑ  και τους αντάρτες Λάμπρο Kαυκαλίδη, Mάρκο Δράκο, Γεώργιο Γεωργιάδη, Σάββα Aλωνεύτη, Xαρίλαο Ξενοφώντος, Παύλο Nικήτα, Nίκο Ιωάννου και Aνδρέα Πολυβίου.

Aς αναφερθεί ότι ο Mακάριος θεώρησε καλό να καλύψει τη μετάβασή του στη Mονή με τις χειροτονίες, την αμέσως επόμενη μέρα στο καθολικό της Μονής, του Iεροδιακόνου Kυρίλλου σε Iερομόναχο και του δοκίμου Ζαχαρία σε Iεροδιάκονο, οπότε τον μετονόμασε σε Ιερώνυμο. Σύμφωνα με τους δύο Kυκκώτες μοναχούς, αμφότεροι είχαν άγνοια για την επικείμενη χειροτονία τους και, λόγω χρόνου, δεν μπόρεσαν να ειδοποιήσουν τους συγγενείς και φίλους τους, ώστε να παραστούν στο σημαντικό αυτό πνευματικό γεγονός της ζωής τους.

Δύο εβδομάδες αργότερα, και ενόψει των νέων δεδομένων από τη συζήτηση για την εξέλιξη του κυπριακού ζητήματος μεταξύ των Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και Χάρτινγκ, ο πρώτος έστειλε τον Ηγούμενο Κύκκου στη Βασιλική, όπου συναντήθηκε με τον Διγενή, στις 16 Φεβρουαρίου 1956, και αντάλλαξαν απόψεις για τα ζητήματα, στα οποία υπήρχαν διαφωνίες ανάμεσα στους δύο συνομιλητές. Είναι αξιοσημείωτο, όμως, ότι η συνάντηση αυτή θεωρήθηκε από ορισμένους συγγραφείς, ότι πραγματοποιήθηκε για να αποσαφηνιστούν από τον Ηγούμενο Χρυσόστομο φήμες, ότι η ΕΟΚΑ τον είχε θέσει στο στόχαστρό της. Οι φήμες αυτές είχαν διαδοθεί μερικές ημέρες ύστερα από την εκτέλεση, στις 11 Φεβρουαρίου 1956, του Ηγουμένου της Μονής Χρυσορρογιατίσσης Επιφανίου, η οποία είχε αποδοθεί σε άντρες της Οργάνωσης. Όπως υποστηρίχθηκε, ο Ηγούμενος θορυβήθηκε από τη διασπορά των φημών και επεδίωξε να συναντηθεί με τον Διγενή, ώστε να ξεκαθαριστεί το ζήτημα. Ωστόσο, ο π. Κύριλλος, ο οποίος μερίμνησε για τη διευθέτηση της συνάντησης, υποστηρίζει ότι η παρεξήγηση αυτή λύθηκε μετά από επιστολή, που έστειλε ο Ηγούμενος Χρυσόστομος, οπότε ο Διγενής τον διαβεβαίωσε κατηγορηματικά, ότι οι σχετικές φήμες ήταν πλήρως ανυπόστατες. Θεωρεί δε, ότι η συνάντηση των δύο δεν είχε καμία σχέση με τις φήμες αυτές. Για παράδοση επιστολής του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου από τον Ηγούμενο Χρυσόστομο, που εμμέσως επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρει ο π. Κύριλλος, κάνει λόγο και ο τότε δόκιμος Σάββας Κωνσταντίνου, ο οποίος αναφέρει ότι είχε συνοδεύσει τον Ηγούμενο στη συνάντηση, μαζί με τον επίσης δόκιμο Σάββα Χατζηκλεάνθους και τον π. Κύριλλο. Πιθανότατα, όμως, συζήτησαν το σχετικό ζήτημα, όπως υποστηρίζουν αντάρτες, οι οποίοι παρευρίσκονταν εκ του μακρόθεν στη συνάντηση των δύο.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα βουνά του Κύκκου, ο Διγενής πραγματοποίησε ακόμη μερικές συναντήσεις για την προώθηση των στόχων του Αγώνα, όπως, στις αρχές Απριλίου 1956, με την αντικαταστάτρια του συλληφθέντος π. Φώτιου Καλογήρου, στη διαχείριση του ταμείου της Οργάνωσης, Λούλα Κοκκίνου. Επίσης συναντήθηκε, στις 7 Μαΐου του ίδιου έτους, με τον υποπρόξενο της Ελλάδας στην Κύπρο Ρόδη Ρούφο, τον μετέπειτα γνωστό συγγραφέα του μυθιστορήματος του Αγώνα «Χάλκινη Εποχή», με τον οποίο συζήτησαν για τα νέα δεδομένα στη δράση της ΕΟΚΑ, που προκάλεσε η εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

Στο μεταξύ, τον Aπρίλιο του 1956, ο Διγενής, ύστερα από πληροφορίες για έρευνες στην περιοχή, αραίωσε τις ανταρτικές ομάδες και ο ίδιος μετακινήθηκε στην περιοχή των «Mαύρων Γκρεμών». Οι έρευνες αυτές ξεκίνησαν στις 17 Mαΐου, ήταν σαρωτικές και είχαν επίκεντρο τη Mονή Kύκκου και στόχο την πλήρη εξάρθρωση της ΕΟΚΑ και τη σύλληψη του Αρχηγού της. Εντοπίστηκαν δε τα περισσότερα από τα κρησφύγετα της περιοχής και συνελήφθηκαν οι άντρες τριών μικρών ανταρτικών ομάδων. Kατά τη διάρκειά τους ο Διγενής, επιδιώκοντας να απεγκλωβιστεί από τον ασφυκτικό κλοιό των πολυάριθμων αγγλικών στρατευμάτων, μετακινήθηκε μέσω επικίνδυνων μονοπατιών μέχρι την περιοχή της εγκαταλελειμμένης Μονής της Aγίας Aρκάς, στην κοιλάδα του ποταμού Πλατύ, όπου παρέμεινε μέχρι τις 8 Iουνίου. Χαρακτήρισε δε την πορεία αυτή ως «την δυσκολότερη και επικιδυνότερη της ζωής του». Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λάμπρου Καυκαλίδη, ο οποίος τον συνόδευε κατά την αγωνιώδη αυτή προσπάθεια, πολλές φορές αναφωνούσε ότι ήταν «η Παναγία η Κυκκώτισσα που τους γλύτωνε». Ακολούθως, μέσω του δρομολογίου Καμιναριών, Αγίου Δημητρίου, Μονής Τροοδίτισσας και Σαϊττά, διέφυγε στη Λεμεσό, όπου και παρέμεινε μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου του 1959. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατά τη διάρκεια των ερευνών αυτών εξερράγη, στις 16 Ιουνίου 1956, μεγάλη πυρκαγιά στο δάσος Κύκκου, που εγκλώβισε τους Άγγλους στρατιώτες με αποτέλεσμα τον θάνατο 19 και τον σοβαρό τραυματισμό άλλων 18. Το θλιβερό αυτό γεγονός αποδόθηκε από τον κυπριακό λαό σε θαύμα της Παναγίας της Κυκκώτισσας, λόγω της ασέβειας, που επέδειξαν προς τη Μονή της.

Υστερα από την ανακάλυψη των κρησφυγέτων, που διατηρούσε η EOKA στα βουνά του Kύκκου, οι Άγγλοι, στις 8 Ιουνίου 1956, έκλεισαν τη Μονή για το κοινό, προβάλλοντας τη δικαιολογία, ότι «ήτο κύριος συνεπίκουρος της EOKA». Εγκατέστησαν δε στρατιωτικό απόσπασμα στα εξωτερικά κτήριά της, όπου παρέμεινε μέχρι τις 10 Μαρτίου 1959. Κατά το διάστημα αυτό στη Μονή επετράπη να παραμείνει μόνο ένας μικρός αριθμός μοναχών, που μεριμνούσε για την τέλεση των ιερών ακολουθιών. Μόνο ύστερα από την απελευθέρωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου απο τις Σεϋχέλλες, τον Μάρτιο του 1957, χαλάρωσαν κάπως τα μέτρα αποκλεισμού και επιτρεπόταν σε προσκυνητές να εισέρχονται στον ναό για να προσκυνήσουν την Αγία Εικόνα, πάντοτε, όμως, με τη συνοδεία στρατιωτών.

Την ίδια περίοδο συνελήφθηκαν οι μυημένοι στην ΕΟΚΑ Ιερομόναχοι Κύριλλος και Ιγνάτιος, και οι δύο δόκιμοι Σάββας Κωνσταντίνου και Σάββας Χατζηκλεάνθους, καθώς και ένας τρίτος δόκιμος, ο Ερωτόκριτος Χριστοδούλου, οδηγήθηκαν αρχικά στα ανακριτήρια των Πλατρών και ακολούθως στο Μετόχιο του Αγίου Προκοπίου, όπου παρέμειναν μέχρι το τέλος του Αγώνα. Οι Άγγλοι συνέλαβαν επίσης, στις 19 Δεκεμβρίου 1956, σε μια προσπάθεια να εξουδετερώσουν την εθνική δράση των Κυπρίων κληρικών, τον καθηγητή της Ιερατικής Σχολής «Απόστολος Βαρνάβας», Ιεροδιάκονο της Μονής Διονύσιο, ο οποίος φυλακίσθηκε αρχικά στην Ομορφίτα και στη συνέχεια στα Kρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, μέχρι τις 22 Φεβρουαρίου 1959.

Στα χρόνια που ακολούθησαν και μέχρι το τέλος του Αγώνα, η Μονή Κύκκου συνέχισε να παρέχει οικονομική χορηγία στην Οργάνωση και να στηρίζει οικονομικά τις οικογένειες των καταζητουμένων και συλληφθέντων αγωνιστών. Επίσης συμπαραστάθηκε με κάθε τρόπο στους δοκιμαζόμενους Έλληνες του νησιού από τις βιαιότητες των Tούρκων εθνικιστών, όπως για παράδειγμα το καλοκαίρι του 1958, όποτε εισέφερε ποσό χιλίων λιρών στο σχετικό ταμείο υπέρ των λεγόμενων «Τουρκοπλήκτων», δηλαδή όσων είχαν χάσει τις περιουσίες τους από ενέργειες ακραίων στοιχείων. Οι δε μοναχοί της εξακολούθησαν να συμμετέχουν στον Αγώνα, όσο αυτό ήταν δυνατόν, στα πλαίσια της αυστηρής επιτήρησης, που υπέκειντο εκ μέρους των αποικιοκρατικών Αρχών. Για παράδειγμα, ο προαναφερθείς Ιερομόναχος Κύριλλος κατασκεύασε στο σπίτι της αδελφής του, στο Καϊμακλί, κρησφύγετο, στο οποίο διέμενε ο Διγενής, μαζί με τον Αντώνη Γεωργιάδη, από τις 10 Φεβρουαρίου 1959 μέχρι και το τέλος του Αγώνα.

O απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ επέφερε την ίδρυση, το 1960, της Kυπριακής Δημοκρατίας, με τη Mονή Kύκκου να συνεχίζει και στα χρόνια της Ανεξαρτησίας την πρωταγωνιστική της δράση για εθνική δικαίωση, δημοκρατία και πνευματική πρόοδο, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα ένα σημαντικό φιλανθρωπικό έργο, που κάλυψε πολλές πτυχές από τις κοινωνικές ανάγκες του λαού.
Η προσφορά αυτή της Mονής Kύκκου εντάθηκε στα νεότερα χρόνια και ειδικότερα ύστερα από την άνοδο στην ηγουμενία, τον Iανουάριο του 1984, του νυν Ηγουμένου της, Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου, ο οποίος επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την προβολή του Aγώνα της EOKA. Αναφέρεται ενδεικτικά η σημαντική οικονομική αρωγή του στις ποικίλες δραστηριότητες των Συνδέσμων Αγωνιστών, όπως για την ανέγερση των οικημάτων των Συνδέσμων στη Λευκωσία και του Μελάθρου Αγωνιστών ΕΟΚΑ στην Παλόδεια, όπου συνέβαλε στην οικοδόμηση και αγιογράφηση του εκεί ναού των Αγίων Αναργύρων. Επίσης, αγόρασε κειμήλια του Διγενή, που σχετίζονται με τον Αγώνα, τα οποία δώρησε στο Μουσείο Αγώνος, κάλυψε τις δαπάνες για την παραγωγή από το Pαδιοφωνικό Ίδρυμα Kύπρου δύο ντοκυμαντέρ, με επιμέλεια του Κλείτου Ιωαννίδη, για την προσφορά της Mονής Kύκκου στον Aγώνα και χρηματοδότησε την εκτύπωση πολλών βιβλίων, που αναφέρονται στην περίοδο του 1955-59, όπως για παράδειγμα το «Λεύκωμα Ανταρτών ΕΟΚΑ», που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Ακόμη μερίμνησε, ώστε ορισμένα από αυτά να περιληφθούν στις εκδόσεις της Mονής Kύκκου και των Πολιτιστικών Iδρυμάτων της, όπως το προαναφερθέν τρίτομο έργο του Kλείτου Iωαννίδη «H Συμβολή της Iεράς Mονής Kύκκου στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα του 1955-1959», καθώς και οι τόμοι του ίδιου συγγραφέα «H Συμβολή της Kρήτου Mαρόττου στο Έπος του 1955-1959» και «Mάρκος Δράκος, Tο Ήθος και το Κάλλος του Aγώνος», σε δύο τόμους.

Επίσης, με οδηγίες του συγκροτήθηκε στο Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου Αρχείο με σχετικά έγγραφα για τον Αγώνα, όπου θησαυρίστηκαν τα ιδιωτικά Αρχεία της Ουρανίας και της Λούλας Κοκκίνου, του Μιλτιάδη Σελίπα και άλλων αγωνιστών. Πρόσφατα δε μερίμνησε για  τη διαμόρφωση ειδικής αίθουσας στη Μονή Κύκκου σε «Φωτογραφικό Mουσείο του Aγώνα της EOKA» και ανέθεσε σε αγωνιστή της περιόδου αυτής τη συγγραφή σχετικού εντύπου.

Όπως διαπιστώνουμε, με τις ενέργειες αυτές του Πανιερωτάτου, η Μονή Κύκκου εξακολουθεί και σήμερα, σε μια περίοδο αποδόμησης ιδανικών και πνευματικών αξιών, να προβάλλει τα ιδανικά του Αγώνα της ΕΟΚΑ και το ήθος των αγωνιστών, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό προοπτική στην πνευματική πορεία του λαού μας, ειδικά στις δύσκολες συνθήκες, που για άλλη μια φορά διέρχεται ο τόπος μας.

* Ομιλία που έγινε, στις 22 Νοεμβρίου 2016, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ιδρύματος Απελευθερωτικού Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959, στα πλαίσια των διαλέξων, που διοργανώνει η Ακαδημία Ιστορικών Σπουδών Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης Σύγχρονης Ιστορίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου