Ad

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Η προσευχή του ήρωα Μάρκου Δράκου

«Ζούσαμε στο αντάρτικο, αλλά τον κύριο ρόλο του αντάρτη ουσιαστικά δεν τον επιτελούσαμε. Δεν είχαμε καμιά δράση, δεν αναλαμβάναμε αποστολές, αδρανούσαμε, κι αυτό προκαλούσε συνεχή μουρμουρητά και εκνευρισμό μας. Αυτός, όμως, που θα αποφάσιζε ήταν ο Αρχηγός, κι απ’ αυτόν περιμέναμε διαταγές.

Στο μεταξύ, η ομάδα μας μεγάλωσε και φτάσαμε τους 25, αφού, εκτός από τους πρώτους τρεις που βρέθηκαν αρχικά στη «Βασιλική», τους έξι που αποδράσαμε από το Φρούριο της Κερύνειας και καταφύγαμε στον Κύκκο και  τους Λευκάτες, σταδιακά κατέφυγαν στο αντάρτικο του Κύκκου και άλλοι.

»Στις κουβέντες μας πρωτεύουσα θέση είχαν οι ενέδρες, για τις οποίες είχα πει στον Μάρκο Δράκο ότι έπρεπε να γίνονται σε μεγάλη απόσταση από τον τόπο όπου είχαμε το λημέρι μας. Κι αυτό, για να είμαστε εκτός των ερευνών του στρατού, που θα ακολουθούσαν. Η εισήγησή μου ήταν πέρα για πέρα λογική, γι’ αυτό και ο αθάνατος ήρωάς μας την υιοθέτησε μόλις την εξέφρασα.

Ενέδρα κοντά στο «κέντρο του Μάρκου»

»Ως το πρώτο κατάλληλο μέρος για ενέδρα επιλέξαμε τον κύριο δρόμο Καλοπαναγιώτη – Λεύκας, κοντά στο γνωστό «Κέντρο του Μάρκου», σε μικρή απόσταση από τον Καλοπαναγιώτη. Την περιοχή αυτή είχαμε ήδη επισκεφθεί και επιθεωρήσει και καθορίσαμε επί τόπου το κάθε τι: Πού θα ήταν το οπλοπολυβόλο, πού οι τυφεκιοφόροι και οι κάτοχοι αυτομάτων και χειροβομβίδων και ποιοι θα τοποθετούσαν τις εκρηκτικές ύλες στο παρακείμενο γεφύρι και θα το ανατίναζαν τη δεδομένη στιγμή.

»Αδημονούσαμε λοιπόν για δράση, αλλά οι μέρες περνούσαν χωρίς να γίνεται τίποτε. Κι όμως. Μια καλή νύχτα ήρθε η διαταγή του Αρχηγού για ενέδρα, με ημέρα διεξαγωγής της επιχείρησης την 21η Νοεμβρίου 1955. Η ψυχολογία όλων αμέσως άλλαξε, τα πρόσωπά μας φωτίστηκαν και η ελληνική μας περηφάνια ήταν έντονα πλέον εμφανής στις κινήσεις και δραστηριότητές μας. Ένας αλλιώτικος ενθουσιασμός επικρατούσε ανάμεσά μας, που έδινε και την αισιοδοξία για το ευτυχές αποτέλεσμα της επικείμενης επιχείρησης.

«Θέλουμε μόνο να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας»

»Από το πρωί της συγκεκριμένης ημέρας, αρχίσαμε τις προετοιμασίες. Ετοιμάσαμε τα όπλα, τα πυρομαχικά μας, νερό, κάτι για φαΐ, το κάθε τι. Η αναχώρησή μας θα γινόταν το απόγευμα, όμως θέλαμε οι ώρες να γίνουν λεπτά. Αδημονούσαμε να βρεθούμε στον τόπο της επιχείρησης και ν’ αρχίζαμε το πυρ. Φωτιά και τσεκούρι στον ξένο δυνάστη, σε παράφραση της γνωστής φράσης του Κολοκοτρώνη «φωτιά και τσεκούρι στους Τουρκοπροσκυνημένους». Οι Άγγλοι έπρεπε να κτυπηθούν με κάθε τρόπο, για ν’ αναγκαστούν να φύγουν από την Κύπρο και το νησί να ενωθεί με τον Ελλάδα. Αυτός ήταν ο σκοπός μας και τίποτε λιγότερο. Φωτιά και τσεκούρι, λοιπόν, στους αποικιοκράτες Βρετανούς, που μας κάλεσαν να πολεμήσουμε κατά του φασισμού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θυσιαστήκαμε στο πλευρό τους, αλλά μετά τη λήξη του πολέμου ξέχασαν όλες τις υποσχέσεις τους.

»Ήταν ήδη αργά το απόγευμα. Η ώρα εξόρμησης έφτασε. Πήραμε τότε όλοι τα όπλα και τις σφαίρες μας και βρεθήκαμε μαζεμένοι έξω από το λημέρι. Και τότε ακριβώς, ακούστηκε η φωνή του Μάρκου Δράκου, δυνατή και επιβλητική:

– Ε, πού πάτε; Κάτι ξεχάσατε!..

Για να προσθέσει αμέσως:

– Ελάτε όλοι εδώ, να κάνουμε μια προσευχή!..

Τρέξαμε όλοι κοντά του, γονατίσαμε με το βλέμμα προς τη Μονή του Κύκκου, αφού όλων μας οι ελπίδες στρέφονταν προς την Παναγία Ελεούσα, προς την οποία απευθύνονταν σε κάθε περίπτωση οι προσευχές και δεήσεις μας. Ο Μάρκος άρχισε τότε, με τρεμάμενη σιγανή φωνή, να λέγει:

– Παναγία μου, συχώρησέ μας που πηγαίνουμε να πυροβολήσουμε εναντίον ανθρώπων. Δεν είμαστε εγκληματίες. Θέλουμε μόνο να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας και ζητούμε να ευλογήσεις τα όπλα μας. Να μας βοηθάς και να μας κατευθύνεις, για να επιτύχει ο αγώνας μας για την ελευθερία της πατρίδας μας!..

Όλοι συγκινηθήκαμε και δακρύσαμε. Όση όμως έντονη ήταν η συγκίνησή μας, περισσότερο δυνατή  ήταν η διάθεση για αγώνα. Και τα συναισθήματά μας αυτά είχαν πολλαπλασιασθεί μετά την προσευχή και στα μάτια όλων ήταν ήδη καταγεγραμμένη η αποφασιστικότητα να πεθάνουμε για την πατρίδα. Τα λόγια την προσευχής του Μάρκου είχαν βάλει φωτιά στις καρδιές μας.

»Στ’ αλήθεια! Ποιος μπορεί να ξεχάσει το περιστατικό αυτό; Ποιος δεν θα σκιρτήσει από συγκίνηση, διαβάζοντας τα λόγια αυτά; Ποιος δεν θα δεηθεί στη μνήμη το μεγάλου εκείνου αγωνιστή, για τα φιλάνθρωπά του αισθήματα, τον μεστό χαρισμάτων ψυχικό του κόσμο, την πίστη και φιλοπατρία του; Αγνός ιδεολόγος, πράος, λιγομίλητος, ειλικρινής. Τέτοιους αγωνιστές ήθελε και στράτεψε ο Διγενής. Τέτοια διαμάντια κοσμούσαν την αόρατη στρατιά της ΕΟΚΑ. Ας τους μιμηθούν οι σημερινοί νέοι και ας βαδίσουν στ’ αχνάρια τους οι επερχόμενες γενιές, για να γίνουν «πολλώ κάρρονες» εκείνων!..» (Από το υπό έκδοση βιβλίο του αντάρτη-τομεάρχη Λεύκιου Ροδοσθένους, του «Νάκου» της ΕΟΚΑ).

Ποιος ο ήρωας Μάρκος Δράκος

Ο ΗΡΩΑΣ του απελευθερωτικού μας αγώνα Μάρκος Δράκος έπεσε μαχόμενος στο «Αρκάτζιην του Δράκου», στην ανατολική ορεινή περιοχή του χωριού Ευρύχου Σολέας, λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής, 18 του Γενάρη 1957. Έπεσε νεκρός από βροχή σφαιρών που δέχτηκε από ομάδα Άγγλων στρατιωτών οι οποίοι ενέδρευαν στην περιοχή, μέσα σε σφοδρή κακοκαιρία. Η ομάδα του «Ξάνθου» (αυτό ήταν το ψευδώνυμο του ήρωα την περίοδο εκείνη) πήγαινε στο κρησφύγετό της, στο σπίτι του αγωνιστή Δημοσθένη Σχίζα, στα Κατύδατα. Μαζί με τον ήρωα, οι αντάρτες Νεόφυτος Σοφοκλέους, Σάββας Ταλιαδώρος, Τεύκρος Λοΐζου και Κώστας Λοΐζου. Ο τελευταίος δέχτηκε κατά την ενέδρα σφαίρες στα πόδια και μεταφέρθηκε στα Κατύδατα στους ώμους των συναγωνιστών του, υπό ραγδαία βροχή!..

Ο ΔΡΑΚΟΣ, στέλεχος της ΣΕΚ, με καταγωγή από την κατεχόμενη Λεύκα, ήταν από τους πρώτους πυρήνες της ΕΟΚΑ στη Λευκωσία, ηγήθηκε δε την 1η Απριλίου 1955 της επίθεσης και ανατίναξης των πομπών της «Κυπριακής Ραδιοφωνικής Υπηρεσίας», του σημερινού ΡΙΚ. Συνελήφθη μετά από προδοσία με πολλά άλλα στελέχη της ΕΟΚΑ τον Ιούλιο του 1955 και κλείστηκε στο Φρούριο της Κερύνειας. Από εκεί αέδρασε με άλλους 15 αγωνιστές στις 23.9.55 και, μετά από αφάνταστες ταλαιπωρίες πολλών ημερών, προωθήθηκε ως αντάρτης στο λημέρι της «Βασιλικής» Κύκκου (ύψωμα «Καλόγηρος»), με το ψευδώνυμο «λυκούργος». Μαζί του από το Φρούριο και ο Λεύκιος Ροδοσθένους, και άλλοι αγωνιστές. Ο Δράκος συγκρότησε τότε την ομάδα «Ουρανός», που έδρευε στην τοποθεσία «Καστανιές», κάτω από το Θρονί της Παναγίας του Κύκκου και η οποία έδρασε κυρίως με ενέδρες εναντίον αγγλικών κινουμένων στρατιωτικών στόχων, στην περιοχή Μαραθάσας.
ΟΤΑΝ, τον Μάιο του 1956, έγιναν οι μεγάλες επιχειρήσεις των Άγγλων εναντίον της ΕΟΚΑ στην ευρύτερη περιοχή Κύκκου, οι αντάρτες που βρίσκονταν στο λημέρι της «Βασιλικής» – μαζί τους ήταν και ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ, στρατηγός Γεώργιος Γρίβας Διγενής – κατέφυγαν στους «Μαύρους Κρεμμούς», νότια του Κύκκου, προς την Παναγιά.

Τον επόμενο μήνα, ο Δράκος, μαζί με τους αντάρτες που ήσαν μαζί του τη νύχτα που όδευσε στην αθανασία και τον επίσης αντάρτη  Χαράλαμπο Ευσταθίου, τον «Βράχο» της ΕΟΚΑ, εγκαταστάθηκαν σε κρησφύγετο στην τοποθεσία «Τρουλλινός», του χωριού Καλοπαναγιώτης. Αρχές του Γενάρη του 1957, όταν η άτιμη προδοσία κτύπησε την ομάδα κι ενώ ο Ευσταθίου είχε φύγει, ο ήρωας με τους συντρόφους του μετακινήθηκαν προς την Σολιά, όπου και προσπαθούσουν να κατασκευάσουν κρησφύγετο στην περιοχή του χωριού Σινά Όρος. Ενώ συνεχιζόταν η προσπάθεια αυτή και ενώ ολόκληρο το διαμέρισμα Σολέας ήταν υπό την επιτήρηση χιλιάδων Άγγλων στρατιωτών, η ομάδα Δράκου για να αποφεύγει τη σύλληψη και τη σφοδρή κακοκαιρία, έκανε προσπάθεια να μετακινηθεί μέσω των βουνών στο κρησφύγετο των Κατυδάτων. Για να πέσει νεκρός ο Δράκος και να ταφεί από τους Άγγλους στα «Φυλακισμένα Μνήματα», αφήνοντας στις επερχόμενες γενιές ως ιερή παρακαταθήκη τα ψυχικά του χαρίσματα, την αγωνιστικότητα και τη βαθιά του πίστη.

(Αρχείο Νίκου Παπαναστασίου)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου