Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Μια άγνωστη ιστορία για τον Γεώργιο Παπαβερκίου

Για όσους γράφουν την ιστορία του αγώνα της ΕΟΚΑ και τους υπόλοιπους ρομαντικούς σαν και του λόγου μου, που θέλουν να ακούσουν, θα σας πω την ιστορία πώς φυγαδεύτηκε από το Κτήμα (Πάνω Πάφος για τους μη Παφίτες) ο Γιώρκος (έτσι τον φώναζαν οι φίλοι του τον Παπαβερκίου). Την ιστορία την έχω ακούσει από τον πατέρα μου Κώστα Σιβιτανίδη.

Μια μικρή παρένθεση για τους νεότερους. Ο Παπαβερκίου γεννήθηκε στο χωριό Αρόδες, της επαρχίας Πάφου, στις 30 Ιουνίου 1938. Έπεσε μαχόμενος εναντίον των Άγγλων, μαζί με τον Τάκη Σοφοκλέους, στις 7 Φεβρουαρίου 1957. Ανατίναξαν με νάρκη στρατιωτικό όχημα αυτοκινητοπομπής και ακολούθως άνοιξαν πυρ εναντίον των στρατιωτών, σκοτώνοντας πέντε και τραυματίζοντας επτά, στην τοποθεσία «Αμπελάκια», μεταξύ των χωριών Προδρομίου και Ανδρολύκου.

Τον τότε καιρό ήταν σύνηθες οι μαθητές από τα χωριά να ενοικιάζουν «καμαρούδες» στο Κτήμα για να μπορούν να πηγαίνουν γυμνάσιο (αφού τότε γυμνάσιο υπήρχε μόνο στο Κτήμα). Ο Γιώρκος έμενε με την αδελφή του η οποία ήταν παντρεμένη στο Κτήμα, της οποίας το σπίτι ήταν λίγο πιο κάτω από τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου Ελένη Σιβιτανίδου, κόρη του Κωστή του Σιερεπεκλή.
Απέναντι από το σπίτι της γιαγιάς ήταν το σπίτι του θείου του Σάββα Σιβιτανίδη, μεγαλύτερου αδελφού του πατέρα μου, ο όποιος ήταν τότε νιόπαντρος. Ο πατέρας μου έμενε με τη γιαγιά. Ο Παπαβερκίου, όταν έμαθε ότι τον καταζητούσαν οι Εγγλέζοι, κρυβόταν στο σπίτι του θείου του Σαββή.

Κατά σύμπτωση ένα τετράγωνο πιο κάτω, στο σπίτι της γιαγιάς της Κασσάνδας Ηλιάδου, κρυβόταν ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Ο θείος Μιχαλάκης Ηλιάδης, γνωστός ως «Σιαϊλής», αναμεμιγμένος και αυτός στον αγώνα, έκρυβε συχνά αντάρτες που καταζητούνταν. Ο μακαρίτης ο παππούς μου Γιαννής Ηλία είχε δει το «Λαντ-ρόβερ» των Εγγλέζων με τους κουκουλοφόρους και ειδοποίησε τον Μιχαλάκη, εάν έκρυβε κανένα να τον φύγει. Πού να ΄ξερε ότι ήταν τον Ευαγορή που εγυρέφκαν;

Ο πατέρας μου, ο Κωστάκης (έτσι τον φώναζαν οι φίλοι του) τότε ήταν πλασιέ της ΚΕΟ και περιόδευε όλη την επαρχία Πάφου. Με τον μακαρίτη τον Γιώρκο ήταν φίλοι. Ο πατέρας μου, καθώς και η θεία μου η Σταυρούλα Σιβιτανίδου και ακόμα δύο ξαδέλφια τους, ο Μίκης και ο Μίτσιος Τεμπριώτης (το σπίτι τους ήταν κολλητό με του θείου Σαββή, όπου και εκεί συχνά κρύβονταν αντάρτες), ήταν αναμεμιγμένοι στον αγώνα.

Ένα βράδυ του έστειλε μήνυμα του Κωστάκη ο Σαββής, να πάει από το σπίτι του γιατί τον ήθελε. Όταν πήγε, του είπε πως έπρεπε να φυγαδέψει τον Γιώρκο και του είπαν να τον πάρει στο Πολέμι, εκεί που ξέρει. Δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που φυγάδεψε στο βουνό ο Κωστάκης. Γενικά, διακινούσε ό,τι του έβαζαν μέσα στο αυτοκίνητο. Από φυλλάδια, μέχρι αντάρτες.
«Πρέπει να είχαμε Άγιο...», λέει. «Όσες φορές κουβαλούσαμε κόσμο, ποτέ δεν μας σταμάτησαν οι Εγγλέζοι». Τους σταματούσαν συχνά-πυκνά για έλεγχο, αλλά φρόντιζαν πάντα να έχουν καλές σχέσεις μαζί τους, κερνώντας τους μπίρα και κονιάκ, γλιτώνοντας έτσι τους συχνούς ελέγχους.

Στο αυτοκίνητο της ΚΕΟ μαζί με τον Κωστάκη ήταν ο Αλεξανδρής ο «Σιωφέρης» και ο Ηλίας ο «Σιαπέτας». Πρωί-πρωί, προφασιζόμενος ότι είχε ξεχάσει κάτι στο σπίτι, ζήτησε από τον Αλεξανδρή να σταματήσει στην κυρία Ελένη, τη γιαγιά, αλλά να μην κατεβούν. Φυσικά, ήξεραν τι γινόταν, γνωστή η άσκηση, απλώς δεν ήξεραν ποιον και τι θα μετέφεραν. Έβαλαν πισινή, στο στενό, άνοιξε τις πίσω πόρτες, εκεί που ήταν τα εμπορεύματα.

Μπήκε μέσα ο Γιώρκος και ο Κωστάκης έκτισε γύρω του έναν τοίχο από κασόνια με μπίρες και κονιάκ. Διαρρύθμισε τον χώρο έτσι ώστε, εάν χρειαστεί, να μπορούσε να ξαπλώσει εντελώς επίπεδα. Με αυτόν τον τρόπο έπρεπε να ξεφορτωθούν 4-5 σειρές κασόνια, από πάνω μέχρι κάτω, για να τον βρουν. Ήταν συνεννοημένοι να μη βγάλει άχνα, μέχρι να του μιλήσει πρώτος ο Κωστάκης.

Στον δρόμο προς το Πολέμι, σε μια στροφή, εκεί που βρίσκεται σήμερα το εργοστάσιο του ΣΟΔΑΠ, καμιά 350ριά μέτρα πριν, προφασιζόμενος ότι κατουρήθηκε, τους είπε να σταματήσουν. Δεξιά και αριστερά του δρόμου ήταν όλο αμπέλια. Σταμάτησε και έκανε πώς κατουρούσε για να δικαιολογήσει τη στάση και για να βεβαιωθεί ότι το πεδίο ήταν ελεύθερο.
Στη συνέχεια πήγε και έκοψε σταφύλι και ακολούθως άνοιξε τις πίσω πόρτες του αυτοκινήτου, τάχατες να φυλάξει το σταφύλι. Παραμέρισε τα κασόνια και είπε στον Γιώρκου να βγει. Ο Γιώρκος βγήκε από το αυτοκίνητο έρποντας, πέρασε κάτω από τα πόδια του Κωστάκη και μετά πάλι έρποντας μέσα στο αμπέλι.

Η τελευταία κουβέντα του ήταν «γεια σου, Κωστάκη μου, ευκαριστώ σου...» και χάθηκε. Δεν τον ξαναείδε.

ΑΝΤΩΝΗΣ Κ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ
M.Sc., B.Sc., Εκπρόσωπος Τύπου, Ε.Ε. ΔΗ.ΚΟ. Πάφου


Πηγή: http://www.sigmalive.com

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου