Ad

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Ο ανατριχιαστικός ήχος, η κατηφοριά των ταγών και τα δάκρυα του Βαγορή

Μεσάνυκτα της 13ης Μαρτίου ψες. Έρχονται κάθε χρόνο. Και επαναλαμβάνουν τον ίδιο εκείνο ανυπόφορο ήχο της ανάλογης νύκτας του 1957. Τον ανατριχιαστικό της δολοφονικής καταπακτής. Όταν ένας κτηνώδης βρετανός δήμιος την άνοιξε τραβώντας ένα μοχλό. Το τρίξιμο εκείνο διαπέρασε τις ψυχές των ανθρώπων. Διέσχισε το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη. Και ξεχύθηκε σε κάθε γωνιά της Υφηλίου. Για να διατρανώσει με στεντόρειο τρόπο το υπέρτατο μήνυμα. Ότι για την Ελευθερία και την Πατρίδα αξίζει να δίνει κάποιος τη ζωή του. Ακόμη και αν δεν πρόλαβε να τη ζήσει, όντας μόλις στα 19 του χρόνια. Τι βασανιστικό; Εξήντα χρόνια μετά, τα μεσάνυκτα, εκείνο το τρίξιμο συνεχίζει ακόμη να σπάει τη σιωπή της νύκτας. Συνεχίζει να συγκλονίζει τις ψυχές των ανθρώπων. Την ίδια ώρα. Με τον ίδιο αιφνιδιαστικό τρόπο. Εξίσου βασανιστικό. Επαναλαμβάνεται για να ξυπνάει συνειδήσεις. Όσων ακόμη διαθέτουν βεβαίως… Για να αντικρίζουν έντρομοι στον καθρέφτη τον εφιάλτη τον οποίο κουβαλάμε οι γενεές, που ακολούθησαν τη μεγαλοπρεπή θυσία εκείνου του 19χρονου παλικαριού. Των κατά σωρεία οδυνηρών λαθών, της εγκληματικής προδοσίας και της τραγικής κατρακύλας της αξιοπρέπειας.

     Τα μεσάνυκτα εκείνης της 13ης Μαρτίου, ο Ευαγόρας ανέβηκε στο ικρίωμα έτοιμος από καιρό. Είχε αφήσει άφωνους τους βρετανούς δυνάστες στη δίκη του. «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ο,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την ελευθερίαν του. Τίποτα άλλο», τους είχε βροντοφωνάξει. Ενώ την στιγμή που όδευε προς την αγχόνη, φώναζε στους συναγωνιστές του στα άλλα κελιά: «Γεια σας αδέλφια. Γεια σας λεβέντες. Ελπίζω να είμαι ο τελευταίος που εκτελούν. Αδέλφια συνεχίστε τον αγώνα. Εγώ βαδίζω στην αγχόνη, γελαστός, υπερήφανος». Ο διευθυντής των υπηρεσιών υγείας του αποικιοκρατικού καθεστώτος, έγραφε στην έκθεσή του: «Συγκροτημένος, ψυχικά προετοιμασμένος, χωρίς μεγάλες ή μικρές διαταραχές, έτοιμος για το αναπόφευκτο, τον τιμημένο θάνατο στην κρεμάλα, στάθηκε στις τελευταίες του στιγμές ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης». Τι και αν ήταν μεσάνυκτα; Μπροστά σε τέτοια ανυπέρβλητη λεβεντιά ακόμη και η φύση άλλαξε τους κανόνες της. Η νύκτα έγινε μέρα από το ολόλαμπρο φως που έλαμψε στους ουρανούς του νησιού. Αυτό το φως, που θα έπρεπε να παραμείνει να φωτίζει για πάντα το χρυσοπράσινο φύλλο. Γιατί τέτοιες θυσίες, τέτοια παλληκαριά, τέτοιοι ήρωες μένουν για πάντα.

      Δυστυχώς, όμως, η γενιά του Ευαγόρα και οι επόμενες που ακολουθήσαμε, φροντίσαμε να σβήσουμε το φως. Βρήκαμε τον τρόπο με κατά συρροή εγκληματικά λάθη να σβήσουμε τον ήλιο. Και να επιβάλουμε ένα διαρκές σκοτάδι. Καταφέραμε με την εγωπάθεια, τον διχασμό και την αμετροέπεια να σβήσουμε το φως του φάρου. Και συνεχίσαμε την πορεία μας σαν καράβι στο απόλυτο σκοτάδι. Οι συγκρούσεις με ύφαλους και σκοπέλους ήταν αναπόφευκτη. Πρωτίστως, ευθύνονται οι ταγοί και εν συνεχεία ο λαός, που τους ακολουθήσαμε τυφλά στην καταστροφική πορεία. Επιτρέψαμε με τα λάθη και την ανοχή μας, να πνίξει το χρυσοπράσινο φύλλο η απέραντη μπόχα από οχετούς ντροπής και εξευτελισμού.

    Έφτασαν σήμερα κάποιοι, εντελώς ξεδιάντροπα, να αποκόπτουν ομφάλιους λώρους. Να διαγράφουν την Ιστορία εις το όνομα ενός ανεδαφικού δήθεν «καλού κλίματος». Να ανακαλύπτουν «μίνι πραξικοπήματα» σε απλές αναφορές επί αδιάψευστων ιστορικών γεγονότων όπως το ενωτικό δημοψήφισμα. Ταυτόχρονα, έχουν και το θράσος να καπηλεύονται τον αγώνα και τις θυσίες ηρώων όπως του Βαγορή. Τιμούν τη θυσία τους. Πού να βρουν το κουράγιο να κάνουν  διαφορετικά; Πού να βρουν τη λεβεντιά να αποφύγουν την εκμετάλλευση; Θεωρούν, ωστόσο, μίασμα ή καταφεύγουν στην αποχή οι πιο δειλοί από αυτούς, το ιστορικό γεγονός. Εκείνο το οποίο εμφύσησε στους ήρωες το θάρρος και τη λεβεντιά, ώστε να αφήσουν άναυδη την οικουμένη με το μεγαλείο της θυσίας τους. Τι υποκρισία, Θεέ μου.

    Όσοι άκουσαν ψες το ανατριχιαστικό τρίξιμο της καταπακτής και διαθέτουν ακόμη στοιχειώδη εθνική αξιοπρέπεια, θα άκουσαν και τον σπαραγμό του ήρωα. Ναι, ξέρω, οι ήρωες δεν κλαίνε ποτέ. Πώς να αντέξει, όμως, όταν διαπιστώνει κάθε χρόνο τέτοια μέρα, ότι ενώ εκείνος πήρε μια ανηφοριά να βρει τα σκαλοπάτια που παν’ στη λευτεριά, οι ταγοί ακολουθούν μια τραγική κατηφοριά. Εκείνος ο ωραίος Έλληνας αντίκρισε άφοβα κατάματα τον Χάρο, με γεμάτα τα στήθια από ελληνοπρεπή λεβεντιά και οραματιζόμενος μια ουρανογάλανη πατρίδα. Αυτοί κατρακυλούν στον πάτο της καταισχύνης, βεβηλώνοντας ό,τι εθνικά αξιοπρεπές έχει απομείνει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου