Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

Οι απαγχονισμοί της 21ης Σεπτεμβρίου 1956

Κάθε φορά που η κοχλάζουσα μνήμη γυρίζει τον προβολέα στα γεγονότα η 21η Σεπτεμβρίου 1956, εκείνη η πικρή μέρα επανέρχεται με τις δραματικές εικόνες που την στοιχειώνουν στην αιωνιότητα της ιστορίας κι οι ηρωικές μορφές του Ανδρέα Παναγίδη, του Μιχάλη Κουτσόφτα και του Στέλιου Μαυρομμάτη κυματίζουν στον ορίζοντα της σκέψης σαν απελευθερωτικές σημαίες που δείχνουν το ανθρώπινο χρέος έναντι της πατρίδας και του λαού. Οι τρεις νέοι, στο άνθος της ηλικίας των 22 και 23 χρόνων βάδισαν αλύγιστοι στην κρεμάλα και θυσιάστηκαν για τη λευτεριά της πατρίδας και την ανθρωπιά. Ο Ανδρέας πατέρας τριών ανήλικων παιδιών, της Δέσποινας, του Αριστείδη και της Αυγής που εγκατέλειπε στη σύζυγό του, τη Γιαννούλα και αλλοίμονο στην κοινωνία! Αλλοίμονο γιατί θυσιάστηκε πιστεύοντας πως η κοινωνία, η πατρίδα, θα σταθούν στο ύψος των ευθυνών τους και θα τιμήσουν τον ιερό ρόλο του νεκρού πατέρα. Αλλά το χρέος τήρησε μόνη η μάνα. Όταν μετά τον αγώνα πήγα να προσκυνήσω την απομένουσα αγιοσύνη στο Παλαιομέτοχο, βρήκα το ίδιο παλιό σπίτι με το χωματένιο δάπεδο και τη χωματένια στέγη με τα δοκάρια, τη Γιαννούλα μαυροφορεμένη να προσέχει τα παιδιά κάτω από τις αετίσιες φτερούγες της και να τα αναγιώνει με το γάλα και τον θρύλο του πατέρα. Γιατί η πολιτεία στριφογύριζε μεθυσμένη από το πιοτό της εξουσιαστικής κραιπάλης και ορχιόταν στην τύρβη της αφιλοτιμίας που διέλυε το χρέος προς τους νεκρούς πια κουβαλητές της ελευθερίας, κι εκείνης ακρωτηριασμένης βέβαια, σαν μαδημένη καρδερίνα παραδομένη στη μνησικακία της ξένης τυραννίας που μετατρεπόταν σε εκδικητική μάστιγα των δικών της συμφερόντων.

Ήτανε δειλινό Πέμπτης, όταν με τον συναγωνιστή Αλέκο Μαυρομμάτη παρακολουθούσαμε την πόλη από τις γρίλιες του καταφυγίου μας στον Άγιο Σάββα. Η εικόνα θύμιζε τους στίχους του Ευέλθοντα Πιτσιλίδη («Εύσκιου Πεύκη») για την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα : «Σαν μπήκανε οι Γερμανοί, βρήκαν κλειστές τις πόρτες, τις στράτες αδειανές»… Οι εγγλέζικες περίπολοι κινούνταν σαν φαντάσματα στις στράτες της Χώρας. Οι Λευκωσιάτες έκλεισαν τις πόρτες των σπιτιών και των καταστημάτων τους, αμπάρωσαν τις ψυχές τους κι άφηναν τον καημό τους να πλανιέται στην έρημη πόλη, που η λυπητερή προσμονή μετέτρεπε σε εγκαταλειμμένο, αραχνιασμένο κάστρο του παλιού καιρού. Ο λαός καρτερούσε τα σήμαντρα του θανάτου ν’ απλώσουν το μαντάτο της συμφοράς. Τις νεκρικές καμπάνες που θ’ ανάγγελλαν τον απαγχονισμό των τριών παλληκαριών της ΕΟΚΑ που πέθαιναν για την πατρίδα και τη λευτεριά. Την τιμή του ανθρώπου. Το φιλότιμο που τότε φλόγιζε τις καρδιές, αρετή παμπάλαιη, που στα ξένα λεξικά δεν υπάρχει, δεν ερμηνεύεται!…
Για τους τρεις λεβέντες μίλησα επανειλημμένα με τους συνηγόρους υπεράσπισης. Το Γλαύκο Κληρίδη, τον Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη. Και με τον Παπανδρέα Ερωτοκρίτου, ιερέα των Φυλακών, τον τελευταίο Έλληνα που τους είδε, τους μίλησε και τους έθαψε. Τα λόγια τους ήταν υμνητικός θαυμασμός της ανδρείας και της προς την πατρίδα και τον αγώνα αφοσίωσης. Έσφιγγαν στις καρδιές τα ακραία συναισθήματα των μελλοθανάτων οι θανατοποινίτες. Και μετέδιδαν αντί ύστερων επιθυμιών πόθους και παροτρύνσεις. Προσήλωση στον σκοπό του αγώνα. Κι αγώνα για τα ιερά ιδανικά που καταξιώνουν άτομα και λαούς στην ιστορικά διαδρομή.

Λέμε πως οι ήρωες ανεβαίνουν στους ουρανούς. Αυτοί που ταξιδεύουν με τα αεροπλάνα του κατακτητή μπορεί και να τους δουν στα σύννεφα κι αν η συνειδήσεις δεν είναι πωρωμένες ίσως και να αισθανθούν να υγραίνονται από τα φτυσίματα των ηρώων που πλανιούνται στο υπερπέραν και μυρολογούν για τη χαμένη νιότη, τα χαμένα όνειρα, τη χαμένη ανθρωπιά.

Έγραψα σε τόμους τις ιστορίες ηρώων και γεγονότων. Εκατοντάδες οι συνεντεύξεις που παράδωσα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου. Χιλιάδες τα άρθρα, οι εκπομπές, οι ομιλίες. Και τα ερωτήματα μαστιγωτικά ραβδώνουν ενόχους για τη σημερινή κατάντια. Μα κι η καρτερικότητα των νεκρών κι ακόμα οι αξιώσεις όσων δεν ξεχνούν και δεν διαγράφουν διεκδικήσεις και ανθρώπινα δικαιώματα ηχηρές. Ας προσκυνήσουμε τις μνήμες των κρεμασμένων. Κι ας επαναλάβουμε την προτροπή του Οδυσσέα Ελύτη. Να μνημονεύουμε στην επέτειο της 21ης Σεπτεμβρίου 1956 Ανδρέα, Μιχάλη, Στέλιο, που χάθηκαν στην καταπακτή της κρεμάλας για μας.

 Γιάννης Σπανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου